Ρε μασκαρά πάλι μασκαρεύτηκες;
Απο Δημήτρης Βυθός
Δημοσιεύθηκε: 06 February 2017

“Oh yes, I’m the great pretender” τραγουδούσε ο αλησµόνητος Φρέντι Μέρκιουρι, συνεχίζοντας το τραγούδι µε το στοίχο “I seem to be what I’m not you see”. Ήρθε για ακόµα µια φορά η εποχή που οι µάσκες έχουν την τιµητική τους. Όχι πως ποτέ τις βγάλαµε. Απλά για λίγες ηµέρες κάνουµε µια σιωπηλή non paper συµφωνία: ∆έχοµαι όποιον από εσένα µου δείξεις. Με τον εξής όρο. Μετά τη λήξη σε θέλω πάλι πίσω.
Και εκεί είναι που την πατάµε οι περισσότεροι γιατί δε καταλαβαίνουµε πως οι µάσκες είναι απαραίτητο συστατικό µιας κοινωνίας. ∆ε καταλαβαίνουµε πως εµείς οι ίδιοι είµαστε ηθοποιοί στο παιχνίδι της ζωής και χωρίς τις µάσκες θα ήµασταν απλά… ΕΜΕΙΣ!
Κλαίµε, αλλά γελάµε. Θυµώνουµε, αλλά σωπαίνουµε. Το τι αισθανόµαστε και το τι εξωτερικεύουµε διαχειρίζεται µέσα από ένα φίλτρο που καθορίζεται από τίποτα άλλο από τις επιπτώσεις. Τι έχω να χάσω, τι έχω να κερδίσω.
Ωραίες και κλασσικές ταινίες, όπως το The Mask και το Liar-Liar µε τον Τζιµ Κάρεϊ ή το Invention of lying  µε τον Ρίκι Ζερβές, δείχνουν πόσο σηµαντικά είναι αυτά τα «λευκά ψέµατα» για την κοινωνική µας επιβίωση. Αν θέλετε όµως να το πάτε ακόµα πιο βαθιά ΠΡΕΠΕΙ να δείτε επειγόντως το Man on the Moon, επίσης µε τον Τζιµ Κάρεϊ, µόνο που βασίζεται σε αληθινό πρόσωπο το οποίο έκανε πειράµατα για το τι συµπεριφορά αποδέχεται και το τι όχι η κοινωνία. Οι λεγόµενοι «καλοί τρόποι» είναι ένα άτυπο κοινωνικό συµβόλαιο που θεωρητικά µας ξεχωρίζει από τους ζωώδεις τρόπους συµπεριφοράς, ενώ στην πραγµατικότητα αποτελούν όρους και προϋποθέσεις του παιχνιδιού που αναπαράγουµε το οποίο ονοµάζεται κοινωνικά πρότυπα, όπου – µη σας φανεί παράξενο – φτάνουν µέχρι το κρεβάτι µας.
Και όλα αυτά πίσω από µια απλή µάσκα συµπεριφοράς. Μιας µάσκας που έχει στρώσεις όπως το κρεµµύδι. Γιατί ξυπνάµε µε µια µάσκα και φοράµε µια άλλη όταν βγαίνουµε από το σπίτι, όταν συναντούµε ένα φίλο, όταν συναντούµε έναν ανεπιθύµητο, όταν βλέπουµε την πρώην, όταν βλέπουµε την πρώην του νυν, όταν ποστάρουµε στο Facebook, όταν φτάνουµε στην είσοδο του σπιτιού µας, όταν µπαίνουµε µέσα… όταν, όταν, όταν.
Για λίγες ηµέρες λοιπόν ξεχνάµε κατεβάζουµε τις µάσκες και βάζουµε µια άλλη, ίσως πιο αληθινή. Επιτρέπουµε στον εαυτό µας να εκφραστεί, να χορέψει, να πιει, να κάνει χαζοµάρες και ηλιθιότητες. ∆ανειζόµαστε τη δύναµη της προστασίας µιας χάρτινης µάσκας ή µιας φορεσιάς, βγαίνουµε στους δρόµους, το διασκεδάζουµε, το πηγαίνουµε στα άκρα, πιο πέρα και από τα άκρα και χαµογελάµε γιατί και οι άλλοι χαµογελούν µε εµάς. Και µας κουνάνε το κεφάλι και µας κλείνουν το µάτι. Γιατί και αυτοί το ίδιο είναι. Και όλοι µαζί φτιάχνουµε ένα τρελό καρναβάλι. Έτσι γιατί µας τη βάρεσε. Γιατί στο τέλος της ηµέρας θα ήταν τραγικό να πεθάνουµε µέσα στη σοβαροφάνεια και την ανία.