DEAR IMAGINARY FRIEND...
Απο Χριστίνα Μελ.
Δημοσιεύθηκε: 08 June 2017

Αυτό είναι το πρώτο και τελευταίο γράμμα που σου γράφω. Ελπίζω να σε βρίσκω καλά και ζωντανό μέσα σε άλλα μυαλά των ανθρώπων με διαφορετική μορφή. Αυτό κάνουν οι φανταστικοί φίλοι, αλλάζουν μορφή και λένε ψέματα για να σε βγάλουν απ’ το αδιέξοδο. Ναι, το εννοούσα εκείνη την νύχτα ότι είσαι το κομματάκι από άσπρο κόστερ πάνω στο μαύρο παντελόνι μου. Έπεσε εκεί κατά λάθος. Κάθε φορά που συχνάζουμε στα μπαρ κομματιάζω τα κόστερ για να σπάζω την νευρικότητα που νιώθω όταν είσαι στο μυαλό μου. Μετά εσύ τα μαζεύεις και κοροϊδεύεις τις αστείες μεταφορές μου. Ήσουν κάτι που έπρεπε να έρθει.

Ο αέρας της αλλαγής. Καλοκαίρια και χειμώνες που περιμένουν να έρθουν και εσύ γυρεύεις την έμπνευσή σου μέσα από μετεωρολογικά δελτία. Αν αυτό ισχύει τότε ναι, η πανσέληνος σε μαγεύει κάθε φορά και κάνεις ανορθόδοξα πράγματα. Κοίταξες να βρεις απαντήσεις μέσα από φιλοσοφικά αποφθέγματα και βιβλία ψυχολογίας και πίστεψες για ένα λεπτό πως αν αμφισβητήσεις τα πάντα, ακόμα και την ίδια σου την ύπαρξη, θα καταφέρεις να βγεις από αυτόν τον φαύλο κύκλο. Μιλάς και δεν ακούς. Λες και δεν κάνεις. Ξέρεις, και εγώ δεν ξέρω, και μετά πάει αντίστροφα. 

Η κουνιστή καρέκλα στο μπροστινό μέρος της βάρκας- σπίτι ακόμα κουνιέται και τα νερά αντανακλούν τις κινήσεις και ζωές μας. Κοιτάς τον ήλιο που ανατέλλει και δεν θες να κουνηθείς. Διψάς. Η βρύση είναι πολύ μακριά από εκεί που βρίσκεσαι. Εύχεσαι να μπορούσες να έχεις μαγικές δυνάμεις για να την φέρεις κοντά. Κουνιέσαι ακόμα πάνω σε αυτή την καρέκλα που βρήκες μια μέρα δίπλα στα σκουπίδια και σκέφτηκες ότι θα ήταν καλή μπάζα. Τώρα με αυτή την καρέκλα στο χέρι αφήνεις το ποταμόσπιτο. Θες να ταξιδέψεις στην Γρανάδα. Να παίζεις μουσική στους δρόμους για να βγάζεις λεφτά, ακόμα και αν δεν έχεις ιδέα αν η «ντο» είναι νότα η αριθμός. Θες όμως και ένα μεγάλο γιοτ για να ταξιδέψεις στον κόσμο και πολλά λεφτά, αν και ξέρεις ότι δεν θα αντέξεις μια βδομάδα ζωντανός. Θες λεφτά, αλλά βαριέσαι να δουλέψεις, θες αγάπη, αλλά βαριέσαι να δοθείς και να σου δοθούν, τρομοκρατημένος ότι ίσως να αλλάξεις γνώμη. Όλη σου η ζωή μια δικαιολογία και περιαυτολογία. 
«Τι θέλεις;» μου φώναξες θυμωμένος μια μέρα στο πίσω μέρος του φέρρυ. «Πες μου τι θέλεις».

Ήξερα τι να απαντήσω. Αλλά δεν βρήκα τις λέξεις επειδή ούρλιαζες και η όψη σου έγινε τρομακτική. Πάγωσα στο ίδιο μου το σώμα και η ψυχή μου έπαθε μπλακ άουτ για μια στιγμή. Γέλασα νευρικά, γιατί το μόνο που ήθελα ήταν να ξαπλώσω σε ένα μισοσπασμένο κρεβάτι και να κοιμηθώ άβολα για μερικές ώρες. Τι να πω σε ένα φανταστικό φίλο που αμφισβητεί τα πάντα. Που δεν θέλει και δεν πιστεύει σε τίποτα. Κυνικά πάντα προσπαθεί να αποφύγει ευθύνες και συναισθήματα. 

Ίσως αν διάλεγα κάποιο άλλο φανταστικό φίλο τα πράγματα να ήταν καλύτερα. Η μάχη θα ήταν λιγότερο άνιση. Ο άλλος μου φανταστικός φίλος θα ήτανε λιγότερο εγωιστής. Αλλά εσύ φανταστικέ φίλε δεν είσαι παρά μια ψευδαίσθηση που μου κάνει την ζωή καλύτερη και χειρότερη. Καλύτερη, γιατί θα κάνω τα πάντα να μην σου μοιάσω, και χειρότερη γιατί ξέρω ότι θα ζεις καταδικασμένος μέσα στην μαυρίλα του αυτοκαταστροφικού μυαλού σου.

Έτσι, φανταστικέ φίλε, σε αφήνω πίσω, γιατί καλοκαίρι έρχεται, εγώ μεγαλώνω και γίνομαι καλύτερη και όχι χειρότερη. Ίσως σοφότερη. Θα υπάρχεις πάντα στο ασυνείδητό μου και θα εμφανίζεσαι τις ώρες που θα νιώθω κενή, αλλά θα σε κρύψω καλά για να μην σε δουν οι άλλοι. Τις τοξικές σκέψεις πρέπει να τις αποβάλεις πριν μπουν μέσα σου και σε φάνε ζωντανό. Αν δεν σε γνώριζα ίσως να μην καταλάβαινα ποτέ ότι πρέπει να ξεκολλήσω από την παλιά μου την ζωή και να προχωρήσω στην καινούργια. Μου έκανες καλό.

Με έμαθες να ζω, να είμαι λιγότερο πεισματάρα και φεμινίστρια. «Μην λες γυναίκα και άντρας. Πες άνθρωποι. Οι άνθρωποι είναι χάλια».
Είχες δίκαιο και σε αυτό. Είχα και εγώ δίκαιο όταν είπα ότι δεν είμαι εδώ για να σε σώσω, αλλά εσύ με έσωσες. Αθόρυβα χωρίς να το καταλάβεις.