Ο Σούπερμαν, τα σύνορα κι εγώ.
Απο Χριστίνα Μελ.
Δημοσιεύθηκε: 18 August 2017

Πάντα τα σύνορα με συνάρπαζαν. Σύνορα, όρια, γραμμές και ισορροπία. Το ταξίδι μου ξεκίνησε από Βουλγαρία και έπειτα πέρασα τα σύνορα για να φτάσω στην Ελλάδα. Όλα τόσο επίσημα και η αίσθηση του ελέγχου διακατέχει την ατμόσφαιρα. Μια νεκρή ζώνη ανάμεσα σε δύο διαφορετικά σημεία. 

Ποτέ δεν ήξερα που ήταν τα όρια ανάμεσα σε μένα και στους άλλους ανθρώπους. Ξεπερνούσα κάθε φανταστική γραμμή και υιοθετούσα την άλλη πλευρά, κάνοντάς την τρόπο ζωής λες και ήταν δικός μου. Ανέβαζα τους ανθρώπους και τους έκανα να νιώθουν ξεχωριστοί. Έκλαιγα και γελούσα μαζί τους και έκανα τα αισθήματά τους δικά μου. Πονούσα με τον πόνο τους και χαιρόμουν με την χαρά τους. Δεν ήξερα που να σταματήσω. Τους έδινα νόημα στην ύπαρξή τους. 

Μετά κουραζόμουν. Η τελειότητα δεν μου ταίριαζε και είχα ακόμα τόσους ανθρώπους να συναντήσω και να σώσω. Το λάθος να κουραστώ για αυτούς ήταν ασυγχώρητο. Δεν είναι δυνατόν να χαλάσω την εικόνα που έχτισα για αυτούς. Ξαφνικά δεν υπήρχαν επειδή δεν τους έβλεπα εγώ. 

"Όπως ο Σούπερμαν", είπε ένας παλιός φίλος, " Θέλει να τους σώσει όλους και όταν κάνει το λάθος να παραλείψει μια διάσωση τότε ο κόσμος αρχίζει να τον παρουσιάζει σαν τον κακό τύπο και να τον περιφρονεί. Έτσι και εσύ, μάθε να βάζεις όρια. Μόνο έτσι θα τους σώσεις, με το να μην σώσεις κανένα τους."

Δεν νιώθω σούπερ ήρωας. Απλά αγαπώ τους σπασμένους ανθρώπους. Θέλω να δω το καλό μέσα τους και να το εξαπλώσω στην σπασμένη πλευρά τους. Μόνο αυτό μπορεί να τους θεραπεύσει. Ίσως και όχι όμως. Είναι και αυτό μέρος του παιχνιδιού. Να είσαι έτοιμος να χάσεις. Να χαθείς και να δεχτείς ότι ίσως να μην μπορείς να τα φτιάξεις όλα. 

Από την Βουλγαρία, μια πόλη δίχως χαμόγελα, ασφάλεια και βαβούρα, στην Θεσσαλονίκη που είναι γεμάτη ζωντάνια, φιλοξενία και ζεστασιά. Βάζω τα όρια μου και μαθαίνω να τραβώ γραμμές ανάμεσα σε μένα και στον ενθουσιασμό μου. 

Δυο βδομάδες χρόνος λοιπόν γάτα. Δυο βδομάδες συνόρων και ορίων για να δούμε αν η λησμονιά είναι κάτι που είναι δεδομένο ή αν ο ρομαντισμός μιας περασμένης εποχής πεθαίνει πάντα τελευταίος.